Βελονισμός και ρευματοειδής αρθρίτις

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μία χρόνια νόσος που συνοδεύεται από πόνο, δυσκαμψία, παραμόρφωση και καταστροφή των αρθρώσεων. Μπορεί να μειώσει την λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής του ασθενούς, καθώς και το προσδόκιμο επιβίωσής του.

Η συχνότητά της στον πληθυσμό φτάνει στο 1%. Είναι ένα αυτοάνοσο νόσημα, όπου τα Β και Τ λεμφοκύταρα παίζουν σημαντικό ρόλο. Υπάρχει φλεγμονή του αρθρικού υμένα και αυξημένη παραγωγή κυτταροκινών, ιντερλευκίνης-1, TNF και ιντερλευκίνης-6.

Η πορεία της νόσου παρουσιάζει εξάρσεις και υφέσεις και στην διάρκεια των ετών προκαλεί μέτριου έως σοβαρού βαθμού αναπηρία. Οι ασθενείς εμφανίζουν αυξημένη καρδιακή νοσηρότητα και μειωμένο προσδόκιμο επιβίωσης σε σύγκριση με τον υγιή πληθυσμό.

Αν και τα αίτια της νόσου παραμένουν άγνωστα, κατά καιρούς έχουν ενοχοποιηθεί (ως παράγοντες κινδύνου) οι λοιμώξεις, οι ορμόνες, η παχυσαρκία, η διατροφή και το κάπνισμα.

Η θεραπεία της νόσου στοχεύει στην βελτίωση της ποιότητας ζωής, στην μείωση του πόνου και της δυσκαμψίας, την μείωση της φλεγμονής και την ύφεση της νόσου. Στα φάρμακα που χρησιμοποιούνται περιλαμβάνονται τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, τα κορτικοειδή, τα αντιρευματικά και τα “ανοσο-τροποποιητικά” φάρμακα, όπως η μεθοτρεξάτη. Επίσης οι βιολογικοί παράγοντες (αντι-TNF) όπως η Ινφλιξιμάμπη, Ετανερσέπτη, Ανταλιμουμάμπη κλπ. Εκτός από τα φάρμακα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και η φυσιοθεραπεία.

Ο βελονισμός δρα στο νευρικό σύστημα και απελευθερώνει νευροχημικά μόρια που μεταβιβάζουν ερεθίσματα και επηρεάζουν τους ομοιοστατικούς μηχανισμούς του σώματος. Σαν αποτέλεσμα έχουμε την αποκατάσταση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας.

Περιοχές του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για τον πόνο και το στρες επηρεάζονται θετικά από τον βελονισμό (Hui 2010). Επίσης ο βελονισμός προκαλεί την απελευθέρωση ανοσορυθμιστικών και αγγειοδραστικών παραγόντων, που έχουν σαν αποτέλεσμα την ελάττωση της φλεγμονής (Zijlstra 2003, Kavoussi 2007).

Οι μηχανισμοί με τους οποίους ο βελονισμός μειώνει τον πόνο και την φλεγμονή στους πάσχοντες από ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι οι εξής:

  • Μειώνει την παραγωγή των κυταροκινών ιντερλευκίνη-1 και ιντερλευκίνη-6 (IL-1 και IL-6) οι οποίες ευνοούν την φλεγμονή και αυξάνει την παραγωγή των IL-4 και IL-10, που αναστέλλουν την φλεγμονή (Ouyang 2010).
  • Αυξάνει την παραγωγή του αγγειοδραστικού εντερικού πεπτιδίου (vasoactive intestinal peptide (VIP) και μειώνει την φλεγμονή (He 2011).
  •  Αναστέλλει την δράση των μαστοκυτάρων που εμπλέκονται σε μεγάλο βαθμό στην έναρξη της φλεγμονώδους διαδικασίας.
  • Αποκαθιστά την λειτουργία του άξονα υποθάλαμου – υπόφυσης – επινεφριδίων (Gao 2010).
  • Προκαλεί την απελευθέρωση ενδορφινών και άλλων βιοχημικών παραγόντων που αναστέλλουν την αίσθηση του πόνου.
  • Διεγείρει τις νευρικές απολήξεις στους μυς και το δέρμα κι ενεργοποιεί το ενοδογενές σύστημα αναστολής του πόνου.
  • Αυξάνει τοπικά την μικρο- κυκλοφορία (Komori 2009).